Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Αίθουσα αναμονής




Καθισμένος σε μια άβολη μεταλλική καρέκλα στην αίθουσα αναμονής, είχε αρχίσει να γίνεται νευρικός, καθώς περνούσε τόσος χρόνος χωρίς να μπορεί να καπνίσει. Δεν του άρεσαν οι αίθουσες αναμονής. Ο χρόνος του έμοιαζε πως διαστελλόταν όσο βρισκόταν μέσα τους και περίμενε.
  Αν και υπήρχε κόσμος γύρω του, επικρατούσε ησυχία. Ο καθένας κλεισμένος στο κουκούλι του, δεν άφηνε περιθώρια να εισχωρήσεις στο νοητό συρματόπλεγμα που οριοθετούσε το χώρο του από το διπλανό. Πού να μιλήσεις με κάποιον λοιπόν για να περάσει η ώρα. Αναγκαστικά καθόσουν εκεί και άρχιζες να μιλάς με τον εαυτό σου ψιθυριστά, με μια εσωτερική φωνή που εμφανίζεται πάντα όταν αρχίζεις να σκέφτεσαι. Μόλις βρεις χρόνο και δεν κάνεις τίποτα, σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό και η μαγική φωνή έρχεται να σου κρατήσει συντροφιά, τριβελίζοντας το μυαλό σου.
  Εκείνος αφήνει το βλέμμα να περιπλανηθεί στο χώρο, να βγει έξω από το παράθυρο και να πετάξει ψηλά, εκεί που δεν μπορεί ο ίδιος να φτάσει. Το σώμα είναι καθηλωμένο μα η σκέψη έχει βγάλει ήδη φτερά και έχει φύγει μακριά του. Έχει βρει καταφύγιο κάτω από τη σκιά μιας γερασμένης βελανιδιάς, της βελανιδιάς των παιδικών του χρόνων, και καπνίζει ανενόχλητα, ρεμβάζοντας και ρουφώντας τον αέρα που αναδύει μια μυρωδιά ζεστού, σκαμμένου χώματος.
  Η αίθουσα αναμονής. Πάντα ίδια, κάθε φορά ίδιος και εκείνος μέσα της. Οι άνθρωποι - κουκούλια που μαζεύονται στις θέσεις πλάι του μονάχα αλλάζουν. Πρόσωπα διαφορετικά, σώματα που κουβαλούν ξεχωριστές ιστορίες, φυλαγμένες κάτω από δέρματα που φορούν λογιών λογιών ρούχα.
  Στον ίσκιο του αγαπημένου δέντρου τώρα φιλοξενούνται δύο σώματα. Το τσιγάρο έχει σβήσει, το αποτσίγαρο πρόλαβε να κρυφτεί στο χαρτομάντιλο στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Ο γάργαρος ήχος του νερού από το κοντινό ρυάκι ανακατεύεται με τον ήχο από τα γέλια των δύο προσώπων. Μυρίζει ξεγνοιασιά. Μια ξεγνοιασιά που έχει το άρωμα ενός χαμομηλιού που μόλις ποτίστηκε.
  Πόσο όμορφη είναι η στιγμή κάτω από τη βελανιδιά. Πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία εκείνη ανάμνηση μαζί της, πριν αναγκαστεί να φύγει για να γνωρίσει τον κόσμο της πόλης, για να δουλέψει, να βγάλει χρήματα και να γυρίσει πίσω ξανά. Έτοιμος. Όπως πρέπει.
Αίθουσα αναμονής. Χρόνια αναμονής που μαζεύτηκαν τόσο γρήγορα. Όχι φέτος, του χρόνου. Ακόμα δεν είναι όπως πρέπει. Καλύτερα να περιμένει ακόμα λίγο η ανάμνηση της βελανιδιάς, να πιαστεί ο ίδιος πιο καλά.
  Το βλέμμα επιστρέφει από το παράθυρο και βρίσκει ξανά το σώμα που κάθεται στην άβολη καρέκλα της αίθουσας αναμονής. Εκείνος σηκώνεται και αφήνει πίσω την αίθουσα και τους ανθρώπους - κουκούλια. Κουβαλάει κι εκείνος το κουκούλι του που δεν το αφήνει να τρυπήσει για να βγει η πεταλούδα. Άλλη μία αναβολή. Άλλο ένα εισιτήριο που δεν έβγαλε για τη βελανιδιά και το κορίτσι που θυμάται να γελάει από κάτω της.
  Βγάζει ένα τσιγάρο και το ρουφάει με τόση λαχτάρα, γεμίζοντας τα πνευμόνια του με το ζεστό του αέρα και κάνοντάς τα να φουσκώσουν μεμιάς. «Όχι ακόμα. Δεν είναι ακόμα η κατάλληλη στιγμή για να με δεχτεί», μονολογεί, καθώς ακούγονται τα βήματα των ανθρώπων που αρχίζουν να επιβιβάζονται για να αναχωρήσουν. 
Όχι ακόμα. Ίσως του χρόνου. Ίσως και ποτέ. Αλλά όχι ακόμα...


                                                                                                                                      Ε.Ψ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου